Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Ιστορικά του Δήμου Απεραντίων

Ένας από τους σπουδαιότερους μελετητές του Ευρυτανικού χώρου, ο αείμνηστος Πάνος Βασιλείου, αναφέρει ότι κατά την αρχαιότητα στο χώρο που καλύπτουν κυρίως οι σημερινοί δήμοι Απεραντίων και Ασπροποτάμου, κατοικούσαν οι Αγραίοι. Αυτοί κάλυπταν την έκταση γύρω στην επάνω ροή του Αχελώου, με πρωτεύουσα τους κατ' άλλους μεν τα Λεπιανά (ή άλλα χωριά της ΒΔ. εκείνης περιοχής της Ευρυτανίας, που έχουν αρκετούς ανερεύνητους αρχαιολογικούς χώρους), κατ’ άλλους δε, που είναι και τα πιθανότερο, την Πρασιά (Ζελενίτσα). Ο Θουκυδίδης δίνει μια περιγραφή της προστασίας, που έτυχαν οι Πελοποννήσιοι και οι Αμπρακιώτες από το βασιλιά των Αγραίων Σαλύνθιο όταν, οι πρώτοι είχαν νικηθεί από τους Ακαρνάνες. (Θουκυδ. Γ 106 κ εξ.). Αντίθετα οι Απεραντοί φέρονται ότι κατοικούσαν περίπου το χώρο ανάμεσα στους ποταμούς Αγραφιώτη και Μέγδοβα (Ταυρωπό) και φαίνεται να είχαν φτάσει ΝΔ. ως τον Αγ. Βασίλειο. Η πρωτεύουσά τους, η Απεραντία, ίσως βρίσκονταν περί το Κεράσοβο αν δεν είχαν επεκταθεί ως την Τσούκα της Τατάρνας, που προτιμά ο Woodhouse. Όμως, όπως εκτιμά ο Βασιλείου, η ονομασία των δήμων της ευρυτανικής αυτής περιοχής από τους νεότερους (κατά τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους το 1833) ήταν εσφαλμένη, αφού έδωσαν στο χώρο των Αγραίων την ονομασία των Απεραντών ή Απεραντίων και στον αντίστοιχο των Απεραντίων την ονομασία των Αγραίων, δημιουργώντας τη σημερινή σύγχυση.
Αντίθετα, ο σύγχρονος επίσης αξιόλογος ιστορικός μελετητής
Μάρκος Γκιόλιας θεωρεί εσφαλμένη την άποψη του Βασιλείου και όσων μιλούν για διαφορετική θέση των αρχαίων Απεραντίων και Αγραίων, αφού πιστεύει ότι όλα αυτά τα ιστορικά μπερδέματα εκπορεύονται το πιο πολύ απ' το γεγονός πως στα προχριστιανικά εκείνα χρόνια πολλά αιτωλικά φύλα άλλαξαν εγκαταστάσεις, αναζητώντας μεγαλύτερη άνεση και καλύτερους τόπους. Ύστερα πολεμώντας σε γειτονικούς χώρους σαν τους εύρισκαν πιο καλούς έμεναν μόνιμα και ή έδιωχναν τους παλιούς κατοίκους ή τους χρησιμοποιούσαν σα "φόρου υποτελείς".
Εμείς θα διατηρήσουμε την κατάσταση ως έχει, αφού δεν αλλάζει πολλά στην ιστορική μας καταγραφή.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ιστορικών, μετά την Αμβρακία, περιοχή της σημερινής Άρτας, εκτεινόταν η επικράτεια των Αμφιλόχων με βόρειο όριο τον Αχελώο. Δυτικά ήταν - εγκατεστημένοι οι Αγραίοι της Αιτωλίας. Βορειότερα απ' αυτούς και στην ανατολική όχθη του Αχελώου κατοικούσαν οι Απεραντοί, επίσης αιτωλικό φύλο. Πιο ανατολικά με κατεύθυνση από βορρά προς νότο άρχιζε η επικράτεια των Ευρυτάνων, του συμπαγέστερου πληθυσμιακού τμήματος των Αιτωλών.
Όπως σημειώνει, λοιπόν, ο
Μάρκος Γκιόλιας, γύρω από τη χωροθέτηση της Απεραντίας οι νεότεροι μελετητές προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση, τοποθετώντας την στη θέση της σημερινής ευρυτανικής Αγραίας. Οι αρχαίες όμως ιστορικές πηγές διαψεύδουν τις απόψεις αυτές. Το 190 π.Χ. οι Αιτωλοί εκστρατεύουν μ’ επικεφαλής τον στρατηγό Νίκανδρο για την ανάκτηση από τους Μακεδόνες της Αμφιλοχίας, της Απεραντίας και της Δολοπίας. Όταν ο αιτωλικός στρατός ξεκινά από την Αμφιλοχία και διαπερνά τον ρου του Αχελώου, εισέρχεται αμέσως στην Απεραντία. Ο Αχελώος υπήρξε το δυτικό όριο των Απεραντών με τους Αμφιλόχους και τους Αθαμάνες. Για την πορεία του αιτωλικού στρατού γράφει σχετικά ο Πολύβιος: "Οι Αιτωλοί νομίσαντες έχειν ευφυή καιρόν προς το την Αμφιλοχίαν και την Απεραντίαν ανακτήσασθαι, προέθεντο στρατεύειν εις τους προειρημένους τόπους· αθροίσαντος δε Νικάνδρου του στρατηγού πάνδημον στρατιάν, ενέβαλον εις την Αμφιλοχίαν των δε πλείστων αυτοίς εθελοντήν προσχωρησάντων μετήλθον εις την Απεραντίαν και τούτων δε προσθεμένων εκουσίως εστράτευσαν εις την Δολοπίαν". Επίσης και ο Πλούταρχος τοποθετεί την Απεραντία στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Περιγράφοντας την πορεία του μακεδονικού στρατού για τη διαδοχική κατάληψη της Δολοπίας, της Αθαμανίας και της Απεραντίας, αναφέρει σχετικά: "Αγομένων δε και φερομένων υπό του Μακεδόνας τούτο μεν Δολόπων και Μαγνητών, τούτο δε Αθαμάνων και Απέραντων".
Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της Απεραντίας είναι σημαντικός γιατί βοηθάει και στη χωροθέτηση των επικρατειών των άλλων αιτωλικών φύλων. Όσο για ορισμένες αμφισβητήσεις της αιτωλικής εθνικότητας των Απεραντώνν, αυτές ακυρώνονται από τα επιγραφικά δεδομένα. Μεταξύ των Αιτωλών Ιερομνημόνων στους Δελφούς το 215 π.Χ. αναφέρεται κι ο Θεόδοτος Απεραντός.


Τα προς Βορρά όρια των Απεραντών φέρονται να α
γγίζουν τα βουνά των Αγράφων, τα προς Δυτικά καθορίζονται από την αριστερή όχθη του Αγραφιώτη με πιθανή επέκταση και δυτικότερα από αυτή και κυρίως Ν.Δ. του Αγ. Βασιλείου, με Νότια κατεύθυνση, που πιθανολογείται από μερικούς ερευνητές, ότι έφθανε ως τη δεξιά όχθη του ποταμού Ζέρβα και Ν.Α. ως την κορυφογραμμή του Κούτπα - Κυραβγένας. Δηλαδή θα πρέπει να ανήκε κάποτε στους Απέραντους μια λωρίδα κατά μήκος της αριστερής όχθης του Αχελώου, από τον Αϊβασίλη ως της συμβολή του Ζέρβα στον Αχελώο (Woodhouse, Aetolia, Δ. σελ. 80).
Οι Απέραντοι ήταν αιτωλικό φύλο και είχαν γείτονες προς Β. τους Δόλοπες, προς Δ. τους Αγραίους και προς Ν.Δ. τους Ακαρνάνες και Θεσπιείς. Μαζί με τα λοιπά ευρυτανικά φύλα, τους Οφιονείς, τους Θεστιείς και τους Αποδωτούς, απετέλεσαν την
Επίκτητη Αιτωλία.
Η Απεραντία κατά μια εκδοχή, πήρε την ονομασία αυτή για την απέραντη προς τα Β. έκταση της, που σχεδόν έφθανε ως τη Θεσσαλία ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, γιατί δεν υπήρχαν πόροι για διάβαση του Αχελώου, κυρίως στην ανάμεσα Τριπόταμου και στην προς του νότια του Αγ. Βασιλείου ροή του. Ο Palmer ερμηνεύει τη λέξη από το στερητικό α και το ρήμα περαν (=Α-περαντία), καθορίζοντας το εθνικό "Απέραντος" και όχι Απεράντιος. Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στο πλείστον του χώρου του τέως δήμου Αγραίων κατά την αρχαιότητα (5ος π.Χ. αιώνας) βρίσκεται ότι κατοικούσαν οι αρχαίοι Απέραντοι, στο δε χώρο του σημερινού τέως δήμου Απεραντίων, οι Αγραίοι και ότι εσφαλμένα η αρμόδια υπηρεσία, μετά την απελευθέρωση (1830), έδωσε στους δήμους αυτούς τις ονομασίες που από τότε παρέμειναν έτσι.
Την τοποθεσία που βρισκόταν η πρωτεύουσα των Απεραντών, λόγω της ανυπαρξίας, καθώς είπαμε, επιστημονικών
ανασκαφών στα υπάρχοντα απομεινάρια των κάστρων της Αγραίας και της Απεραντίας, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς σήμερα, παρ' όλες τις πιθανολογίες των ως τα τώρα μελετητών (
Bazin, Palmer, Woodhouse, Leake, Στεφ. Βυζάντιος, Κ. Στεργιόπουλος κλπ.).
Ο
Bazin, που πρώτος ασχολήθηκε με την επόμενη επιγραφή, η οποία βρέθηκε σε πέτρα στα "Στεργέϊκα" των "Ελληνικών" του Αγ. Βασιλείου: "CIMA.../ ΘΕΟΔΟΤΟΣ/ (...) ΡΙΑΩΠΑΣ (μήπως ΦΑΙΔΩΠΑΣ;)/ ΚΡΙΤΟΛΑ(ΟΣ)/ Δ(Ρ)ΔΥΜΑ/ (μήπως ΔΙΔΥΜΑ;)", προσδιορίζει, πιθανολογώντας, ότι η αρχαία Απεραντία ή Απεράντεια θα βρισκόταν περί το φρούριο της Τσούκας ή του Παλιόκαστρου Τατάρνας. Ο Woodhouse, παρά τις σαφείς πληροφορίες του Θουκυδίδη, του Στράβωνα και, σε πολλά, του Τίτου Λίβιου, δεν κατορθώνει να κατάληξη σε ό,τι αφορά στα σημεία, που διαμφισβητούνται από άλλους σχετικά με την τοποθεσία της πρωτεύουσας των Απέραντων. Ο Κ. Στεργιόπουλος πιθανολογεί το χωριό
Βίνιανη, αλλά και την Πρεβέντζα, για το οποίο αναφέρεται ο Leake καθώς και Forbiger. Αλλά τότε γιατί να μη σημειωθεί, στις πιθανές αυτές τοποθετήσεις και το Κερασοχώρι (Κεράσοβο), όπου και υπολείμματα αρχαίου φρουρίου υπάρχουν και η φυσική διαμόρφωση του εδάφους δικαιολογεί την ύπαρξη πρωτεύουσας οικισμών. Πάντως, αρχαία ερείπια έχουν βρεθεί στη θέση "Κύφος", κοντά στο χωριό Μαυρομάτα, όπου ο Πάνος Βασιλείου δεν αποκλείει να ήταν η αρχαία Οιχαλία, πρωτεύουσα των κατοίκων της περιοχής που καλύπτει σήμερα ο νομός Ευρυτανίας.

Ο ρωμαϊκός επεκτατισμός βρήκε τα ελληνιστικά κράτη σε βαθύτατη κρίση: στρατιωτικά εξαντλημένα κι αποδεκατισμένα οικονομικά αποδιοργανωμένα, κοινωνικά αντιμέτωπα με οξύτατα εσωτερικά προβλήματα, πολιτικά διαβρωμένα από τους πράκτορες της Ρώμης, που δημιούργησαν ισχυρά ερείσματα φιλορωμαϊσμού σ’ όλη την Ελλάδα, όπως βεβαίως και στην Αιτωλία. Η ρωμαϊκή κατάκτηση επακολούθησε σαν ιστορική νομοτέλεια σ’ αυτή την κατάσταση. Οι συνέπειές της για την Ελλάδα και ειδικότερα για την Αιτωλία υπήρξαν ολέθριες από κάθε πλευρά. Η γενική εικόνα που σκιαγράφησε ο Διόδωρος ο Σικελιώτης για την τραγωδία της Ελλάδας, αποδίδει την πραγματικότητα και για την Αιτωλία. Ποτέ η Ελλάδα δεν δοκίμασε τόσα δυστυχήματα όσα επισώρευσε η ρωμαϊκή κατάκτηση. Οι Αιτωλοί υποχρεώθηκαν να δώσουν ομήρους στη Ρώμη, να πληρώσουν πολεμική αποζημίωση 500 ευβοϊκά τάλαντα σε δόσεις και να αναγνωρίσουν την απόλυτη ρωμαϊκή κυριαρχία. Τα σύνορα της πανίσχυρης Αιτωλικής Συμπολιτείας περιορίστηκαν και οι ομόσπονδοι λαοί της βυθίστηκαν σε μια πραγματική κοινωνική και ηθική τραγωδία. Περισσότερο βέβαια χειμάστηκαν και καταστράφηκαν οι πεδινές και παραθαλάσσιες αιτωλικές πόλεις.
Η φθορά όμως του αιτωλικού πληθυσμού στα πεδία των μαχών και η συνεχής μεταναστευτική έξοδος συνετέλεσαν στην παρακμή του τόπου. Η νότια Αιτωλία και η γειτονική Ακαρνανία, που είχαν εκτάσεις όχι κατώτερες από τις θεσσαλικές πεδιάδες για την ανάπτυξη της ιπποτροφίας, δέχτηκαν μεγάλα πλήγματα. Στην εποχή του Στράβωνος ήταν χώρες σχεδόν ερημωμένες
.
Η έξοδος των Αιτωλών δεν έγινε μόνο προς το εξωτερικό, άλλα και το εσωτερικό της χώρας. Πολλοί κάτοικοι της πεδινής κυρίως Αιτωλίας αναγκάστηκαν, κάτω από τις ανώμαλες αυτές συνθήκες, να αποχωρήσουν για λόγους ασφάλειας στα ορεινά και απρόσιτα βουνά των Ευρυτάνων και Απεραντών. Αρκετοί Αγραίοι του αιτωλικού κάμπου, μετά ή και κατά τη διάρκεια της καταστροφής των οικισμών τους, πέρασαν ίσως τον Αχελώο κι εγκαταστάθηκαν μόνιμα μεταξύ των ποταμών Μέγδοβα και Αγραφιώτη, στη σημερινή Αγραία ή Αγραΐδα της Ευρυτανίας. Και έτσι, ενώ τότε οι χώροι της νότιας ή πεδινής Αιτωλίας παρουσιάζονταν αραιοκατοικημένοι κι αποψιλωμένοι, οι ορεινές περιοχές των Ευρυτάνων και Απεραντών άρχισαν να εμφανίζουν κά­ποια αύξηση του πληθυσμού τους. Πρόκειται για ένα φαινόμενο επαναλαμβανόμενο στην ιστορία της οροσειράς της Πίνδου. Δεν ήταν η πρώτη φορά, που οι πεδινοί Αιτωλοί ζητούσαν μόνιμο ή προσωρινό άσυλο στα γειτονικά βουνά των ομοεθνικών τους φυλών, εγκαταλείποντας τις εστίες τους στις επικίνδυνες κι ανασφαλείς ζώνες των πεδιάδων.

Ο Palmer θεωρεί τους Απεραντούς ως αιτωλικό φύλο μαζί με τους Αγραίους, Οφιονείς, Ευρυτάνες, Αιολείς, Αποδωτούς, Αμφιλόχους, Ύαντες και Κουρήτες. Οπωσδήποτε το 215 π.Χ. συναντάμε ως Ιερομνήμονα "Θεόδοτον τον Απεραντόν", που αποδείχνει ότι ήταν τότε οργανωμένη η χώρα των Απέραντων για νάχει αντιπρόσωπό της στο Κοινό των Αιτωλών. Αντίθετα στην ίδια εποχή κατά τον Τίτο Λίβιο οι Δόλοπες φέρονται ότι δεν συμμετείχαν στο Κοινό, γιατί βρίσκονταν υπό του Μακεδόνες.

Το 189 π.Χ., που η προσοχή της Ρώμης είχε στροφή κατά του Αντιόχου στην Ασία, οι Αιτωλοί βρήκαν την ευκαιρία να ξανακαταλάβουν την Απεραντία και την Αμφιλοχία για νάναι εξασφαλισμένοι από τα βόρεια τους. (Οπωσδήποτε οι χαρακτηρισμοί των Απεραντών ως Αιτωλών δίδονται σ' αυτούς από τους Ρωμαίους και τους Μακεδόνες ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση αυτών έναντι των και έναντι των Αιτωλών και τη φιλική ή εχθρική προς αυτούς συμπεριφορά των).

Το 192 π.Χ. ο Φίλιππος ο Ε΄ της Μακεδονίας, είχε κατακλύσει με το στρατό του τους χώρους της Απεραντίας, της Δολοπίας και της Αθαμανίας.

Τα περισσότερα χωριά της Απεραντίας είναι αρκετά παλιά. Ίσως κάποια να επιβιώνουν από τη βυζαντινή εποχή. Μερικά ήταν ήδη γνωστά κατά τις αρχές του ΙΣΤ΄ αιώνα, πράγμα που σημαίνει προγενέστερη ύπαρξη και λειτουργία τους. Αρκετά χωριά της περιοχής καταχωρίστηκαν στην αφιερωτική "πρόθεση 39" της μονής Δουσίκου των Τρικάλων, "που εγγράφθη επί έτους Χρίστου 1530 έως τα 1688". Και ιδού ποια: Σιβίστα, Τοπόλιανα, Μπελτζίσθα (Λιθοχώρι), Γρανίτζα, Ραπτόπουλον, Κερασοβάκι (Δαφνούλα), Ζελενίτζα (Πρασιά), Χωρίγγοβον (Κέδρα).
Η σημαντικότερη από τις πόλεις της περιοχής ήταν η Βελαώρα (Βαλαώρα), ονομαστή για τα δυο προχριστιανικά της κάστρα και τα ορατά ερείπια αρχαίων οικισμών και νεκροταφείων. Τα παλιά ξωκλήσια της κοινότητας, τα έξι πολύ κοντά το ένα με το άλλο, μαρτυρούν για τα κατάλοιπα του βυζαντινού της βίου. Στη Βελαώρα λειτουργούσαν κατά τον ΙΖ΄ αιώνα εργαστήρια επεξεργασίας ασημιού και κατασκευής οπλών. Λείψανα των τεχνικών εγκαταστάσεων σώζονταν σε καλή κατάσταση ως τη δεκαετία του 1950 στη θέση "Σπαθάρη", επιβεβαιώνοντας πλήρως την παράδοση.
Ορισμένα χωριά του βορειοδυτικού τμήματος της Απεραντίας συγκροτούν ναχιγιέ κατά τα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα. Σε ποιόν όμως καζά ανήκε ο ναχιγιές δεν είναι σίγουρο άγνωστο, αν και υπάρχουν στοιχεία για τον καζά Κεράσοβου. Σε ένα "χοτζέτι" του 1753, με το οποίο εκχωρείται τίτλος ιδιοκτησίας σε συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο, αναγράφεται κτήμα χωρίου "εν τη περιοχή Κράτσεστα (Κρετσίστα) του Δήμου Αγρίδοβις". Ο συσχετισμός της ονομασίας "Αγρίδοβις" προς τους Αγραίους, με αναγωγές μάλιστα στην αρχαιότητα, δεν είναι αξιόπιστος και ατεκμηρίωτος ιστορικά. Έτσι η μετάθεση που κάνουν ορισμένοι μελετητές των Αγραίων στη θέση Απεραντών και αντίστροφα, αμφισβητώντας τη σημερινή τοποθέτησή τους, είναι λαθεμένη. Οι Απεραντοί ανέκαθεν βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, έχοντας ως δυτικό και νότιο όριο της επικράτειάς τους τον ρου του Αχελώου.


"OI ΑΠΕΡΑΝΤΙΟΙ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ..."
(*)

Όπως είναι γνωστό, ο Όμηρος συχνά αναφέρει τους Αιτωλούς ενώ τη χώρα της Αιτωλίας ποτέ. Απ' αυτό το γεγονός, πολλοί ιστορικοί συμπεραίνουν πως οι Αιτωλοί ήρθαν από άλλη περιοχή κι εγκαταστάθηκαν σ' αυτό το γεωγραφικό χώρο, δίνοντας του και τ' όνομα Αιτωλία. Η λέξη είναι δωρική και σημαίνει τον καταστροφέα της αγάπης, δηλαδή το φιλοπόλεμο. Ο Αιτωλικός λαός μετά την εισβολή του αυτή, σκορπίστηκε σε διάφορα τμήματα της περιοχής κι έτσι αποτελέστηκαν τα διάφορα Αιτωλικό φύλα, ένα απ' τα οποία είναι και οι Απεραντοί - οι σημερινοί Απεράντιοι. Η προς το βορρά επέκταση των Απέραντων, όπου τα πανύψηλα βουνά εμπόδιζαν τους ξένους να φτάσουν ως εκεί, έδινε την αίσθηση του αχανούς, του απέραντου χώρου κι ακριβώς απ' αυτήν την αίσθηση πήρε το όνομα Απεραντία.
Μια άλλη εκδοχή είναι πως ο Αχελώος που αποτελούσε φυσικό σύνορο της χώρας αυτής δεν είχε πουθενά πέρασμα δηλαδή πήρε το όνομα από το στερητικό -α- και περάν - Απεράν, Απεραντία. Άλλη ακόμα ερμηνεία δίνεται από το Ήπειρος - Άπειρος - Απεραντός όπως θέλει ο ιερομνήμονας του 215 π.Χ. Θεόδοτος ο Απεραντός.
Η ελληνικότητα των φύλων της Αιτωλίας και των Απεραντών φυσικά, δεν αμφισβητείται από τους ιστορικούς. Μόνο ο Στράβων (10.1.16) γράφει με κάποια συγκατάβαση πως: "Αιτωλοί και Ακαρνάνες εισι και Αθαμάνες, ει χρη και τούτους Έλληνας ειπείν".
Πρέπει εδώ να σημειωθεί πως οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται απ' τους αρχαίους και τους μεταγενέστερους ιστορικούς δεν ανταποκρίνονται απόλυτα στο γεωγραφικό χώρο. Έτσι πιθανότατα οι Απεραντοί να κατείχαν ανατολικά την κοιλάδα του Μέγδοβα και να επεκτείνονταν δυτικά προς τον ποταμό Αγραφιώτη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Αγραφιώτης διασχίζει την Απεραντία, η οποία φτάνει ως τον Αχελώο.
Το χωριό Πρεβέντζα, κοντά στη Μαρδάχα, πολλοί το θεωρούν σαν πρωτεύουσα της χώρας των Απέραντων, δηλαδή σαν την πόλη Απεραντία. Η Επιτροπή όμως μετονομασίας των τοπωνυμιών της Ελλάδας γνωμάτευσε πως η Απεραντία "δεν πρέπει να ζητηθεί ούτε παρά την Γρανίτσαν ούτε παρά τι άλλο των αποτελούντων αυτό χωρίων, αλλ' εις τα Λεπιανά, διότι εκεί και λείψανα αρχαίων τειχών σώζονται και εκάστοτε κατά τας γεωργικός σκαφάς ευρίσκονται και νομίσματα και άλλα ευρήματα μαρτυρούντα ότι υπήρχε κατά τους αρχαίους ιστορικούς χρόνους συνοικισμός".
Η ύπαρξη αρχαίου συνοικισμού στα σημερινά Λεπιανά είναι γεγονός, σαν την αρχαία όμως Απεραντία δεν μπορούμε με βεβαιότητα να καθορίσουμε πρώτα - πρώτα γιατί η ίδια επιτροπή γράφει πως "ο συνοικισμός ούτος (Λεπιανά) δεν ανήκεν εις την χωράν των Απεραντών" και ακόμα γιατί μεγαλύτερη πιθανότητα έχει άποψη πως ο οικισμός αυτός κατοικήθηκε από επαναπατριζόμενους Απέραντους που βρήκαν τον τόπο πιο πρόσφορο και τούδωσαν τ' όνομα Απεραντία σα "μνήμη πατρίδας", όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.
Άλλωστε η Επιτροπή αποφαίνεται ακόμα πως ο σημερινός δήμος Απεραντίων δε βρίσκεται εκεί ακριβώς που κατοικούσε άλλοτε το Έθνος των Απέραντων, αλλά το πιθανότερο στην περιοχή του σημερινού δήμου Αγραίων. Μερικοί μάλιστα τοποθετούν την πόλη Απεραντία νότια της Βίνιανης στη θέση "Τούρκου", όπου υπάρχουν λείψανα αρχαίου τείχους.
Ιστορικά μπερδέματα είναι όλα τούτα που εκπορεύονται το πιο πολύ απ' το γεγονός πως στα προχριστιανικά εκείνα χρόνια πολλά αιτωλικά φύλα άλλαξαν εγκαταστάσεις αναζητώντας μεγαλύτερη άνεση και καλύτερους τόπους.
Ύστερα πολεμώντας σε γειτονικούς χώρους σαν τους εύρισκαν πιο καλούς έμεναν μόνιμα και ή έδιωχναν τους παλιούς κατοίκους ή τους χρησιμοποιούσαν σα "φόρου υποτελείς".
Οπωσδήποτε εξακριβωμένο είναι πως κάστρα (που θα πει και οικισμοί) υπήρξαν κοντά στον Αχελώο, στην Τατάρνα, τη Βούλπη, τη Συβίστα, τη Βελαώρα, τα Τοπόλιανα, τη Γρανίτσα, τα Λεπιανά και τη Ζελενίτσα (τη σημερινή Πρασιά). Μεγαλύτερο κάστρο της περιοχής ήταν το "Παλαιόκαστρο" κοντά στο σημερινό Παλιοκάτουνο, όπου τοποθετείται η προϊστορική αιτωλική πόλη Εφύρα.
Από τον 7ο π.Χ. εξακριβώνεται ότι πληθυσμοί των Απεραντών (και των Αγραίων που δημιούργησαν το Αγρίνιο) κατεβαίνουν προς τα πεδινά, ενώ οι πεδινοί που ήταν κοντά στις θάλασσες έφευγαν για μακρινότερους τόπους.
Η πληγή (ή η ευλογία) της μετανάστευσης είναι φαίνεται πολύ παλιά σ' αυτόν τον τόπο.
Όπου όμως κι αν βρέθηκαν οι Απεραντοί, έπραξαν με ηρωισμό το καθήκον τους και προπαντός μέσα στην Αιτωλική Συμπολιτεία. Αλλά η ιστορική νομοτέλεια ενήργησε με την ακρίβεια φυσικού φαινομένου. Η παρακμή ήρθε ύστερα από ένα μεσουράνημα δόξας.
Οι Ρωμαίοι κατακτητές επέδραμαν για να μειώσουν το γόητρο και τον πληθυσμό των Αιτωλών. Παράλληλα το καλοκαίρι του 191 π.Χ. ο Φίλιππος είχε κατακτήσει την Απεραντία, αλλά πολύ σύντομα, απομεινάρια του στρατού των Αιτωλών την ξαναπήραν με σκληρές μάχες. Για λίγο όμως. Γιατί οι Ρωμαίοι με τους συμμάχους τους δεν άργησαν να υποτάξουν ολοκληρωτικά τη Συμπολιτεία της.
Ίσως αν οι Ρωμαίοι δεν αποφάσιζαν να φτάσουν ως εκεί πάνω, η Απεραντία θα γίνονταν η πρωτεύουσα της Αιτωλίας και η έδρα της Αιτωλικής Συμπολιτείας (της νικημένης έστω) οπότε η περιοχή τούτη θα διαδραμάτιζε σπουδαιότερο ρόλο στην ιστορία και τον πολιτισμό.
Όλα τα χρόνια της Ρωμαϊκής κυριαρχίας οι Απέραντοι ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετούν στις ρωμαϊκές λεγεώνες σαν "ξένοι", ώσπου ο Αντώνιος Καρακάλας (211-217 μ.Χ.) τους ανέβασε στην τάξη των Ρωμαίων πολιτών.
Έτσι είχαν τα πράγματα στη χώρα των Απέραντων, όταν εμφανίστηκε η Χριστιανική Θρησκεία. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να εκχριστιανιστεί. Γιατί στο μεταξύ είχαν αρχίσει και οι βαρβαρικές επιδρομές (Γότθοι γύρω στα 267 μ.Χ. Αλάριχος γύρω στα 398 μ.Χ. κ.λπ.). Οι επιδρομές αυτές που ταλαιπώρησαν αφάνταστα τις πεδινές κυρίως περιοχές, συντέλεσαν ώστε πολλοί πληθυσμοί να επαναπατρισθούν στα προγονικά τους ορεινά "χώματα" ύστερ' από πολλά χρόνια.
Έτσι οι οικισμοί των Απεραντών άρχισαν να πληθαίνουν και να επεκτείνονται με τη δημιουργία καινούργιων. Η χώρα ξαπλώθηκε γεωγραφικά, γιατί αυτοί που ανέβαιναν απ' τα πεδινά για να γλιτώσουν απ' τους βαρβάρους, εγκαθιστούσαν τα νοικοκυριά τους, όπου εύρισκαν τόπο πρόσφορο για ανετότερη ζωή. Και για να τιμήσουν την πατρίδα τους, αυτοί οι ξαναφερμένοι απ' την ανάγκη Απεραντοί, έδιναν στους νέους οικισμούς ονόματα σχετικά.
Γι' αυτό και οι έρευνες ανακάλυψαν δυο - τρεις οικισμούς με τ' όνομα Απεραντία (όλες πάντως μέσα στον ίδιο αιτωλικό χώρο και με λαούς συγγενικούς). Έτσι έγινε και με την Απεραντία (των σημερινών Λεπιανών), όπου ο τόπος "δεν ανήκεν εις την χωράν των Απεραντών", ενώ παράλληλα συναντάμε άλλη Απεραντία νότια της Βίνιανης κι άλλη ακόμα που αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος, σα Θεσσαλική πόλη με Απέραντους κατοίκους.
Οι διάφοροι τούτοι οικισμοί (νέοι και παλιοί) της χώρας των Απεραντών εξαιτίας των κινδύνων από τις βαρβαρικές επιδρομές γνωρίζουν μια κοινωνική άνθιση και πρόοδο που φέρνουν οι από τα πεδινά επαναπατριζόμενοι. Αυτοί έφεραν ακόμα σ' ετούτη την περιοχή και τη Χριστιανική Θρησκεία, που ο σπόρος της έπεσε σε γόνιμο έδαφος και σε αγνές ψυχές, αφού η αρχαία πίστη είχε ανεπανόρθωτα κλονιστεί.
Από τότε η Χριστιανική πια Απεραντία (γύρω στα 500 μ.Χ.) συγκεντρώνεται σ' αυτόν το χώρο, μορφοποιείται οριστικά κι αρχίζει την καινούργια της ζωή βγαίνοντας στο προσκήνιο της Ιστορίας.
Από δω και πέρα οι Απεράντιοι γεμάτοι ανατάσεις και καταποντισμούς, σκληρούς πολέμους και ένδοξες νίκες προχωρούν με γοργά βήματα προς τους αιώνες που ακολουθούν. Η επίμονη προσπάθεια τους να κρατηθούν σ' αυτά τα απρόσιτα βουνά κατατσακισμένοι και πεινασμένοι, όμως ελεύθεροι και περήφανοι, προκαλεί το γενικό θαυμασμό. Το τίμημα της Ελευθερίας και της Περηφάνιας το πλήρωσαν με πολύ αίμα και πολύν ιδρώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου